9.6.17

“Ένδοξες Μέρες” - Σίσσυ Δουτσίου




Λυπάμαι για τις ένδοξες μέρες
που τα παιδιά δεν θα ζήσουν,
τις νέες κοπέλες που θα αγναντεύουν χωματερές
και τα ερείπια μιας προηγούμενης εποχής.

Τα αγόρια βουτάνε τα δάχτυλα τους
σε λασπωμένα μέταλλα της microsoft,
μελανιάζουν τα γόνατα
στις αυλές κορεάτικων κολοσσών έξυπνων τηλεφώνων.

Η ύπαιθρος ντροπαλή δείχνει τον έρωτα.
Και ευτυχώς
υπάρχει αυτό το βαθύ κόκκινο που σώζει τους λογισμούς μας.
Το σθένος απουσιάζει.

Ευρωπαϊκές γραμματοσειρές
ίδια χιλιόμετρα από πόλη σε πόλη
Αrial Narrow document από χώρα σε χώρα
ίδιες κατασκευαστικές εταιρίες, πλατείες, τράπεζες, βιτρίνες, γραφεία
παρόμοια πεζοδρόμια από πολιτεία σε πολιτεία.
Ονειρεύτηκα μια ερημιά
και εμάς να αντέχουμε στους ώμους μας το βάρος του μέλλοντος.

Το δέρμα των πουλιών ξεχύθηκε σαν μια ηχώ πάνω στις ράγες υπερσύγχρονων τρένων.

Ακατάπαυστες συναντήσεις,
το πριν και το τώρα- εντυπώσεις από παλιές χρονολογίες
και ελπίδες , σύγχρονοι τόποι, καινούργιοι φίλοι.
Πόσο κοστίζουν σήμερα τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια ;

Μυρίζουν ακόμη άμμο τα χέρια μας
Μπρούμυτα ξαπλωμένοι στο χώμα μαζί
δίπλα μας δέντρα, άνθη, αγάπη και όλοι οι φίλοι μας.

Λυπάμαι για τα ένδοξα εκείνα χρόνια
που δεν θα ξανάρθουν ποτέ.
Χρωματιστά ρούχα πιασμένα γερά
σε σκουριασμένα σύρματα.
Ένα μικρό μπαλκόνι τυλιγμένο με διοξείδιο του άνθρακα και άζωτο.
Καμιά ρυτίδα – μονάχα ποτάμια
όπως τότε που χτύπαγες δέκα φορές το χώμα για να ακούσεις τα έγκατα της γης
όπως τότε με το τρίσβαθο μπλε και την πάχνη από τα σύννεφα
όπως τότε με τις ανθισμένες αμυγδαλιές
όπως τότε
εκείνο το μεσημέρι
χάραξε στο στήθος μου
ένα πλατύ αποτύπωμα των παιδικών μας χρόνων
ούτε τύψεις – κανένας δεν κοιμόταν – ποτέ πια –
ούτε μοναξιά
ούτε αξιώσεις
ούτε πείσματα
ούτε ζήλιες
Η Μυρσίνη, η Πηνελόπη, η Λίλα
ο Μίμης, ο Αλέξανδρος, ο Ζαφείρης.
Ο ήλιος μάτωνε τις μασχάλες μας.

Μια απέραντη πόλη. Νοσταλγώ
τις περιπέτειες μας σε εγκαταλελειμμένα σπίτια
φωτογραφίες ασπρόμαυρες μια τυχαίας νεκρής οικογένειας ,
αντικείμενα στοιχειωμένα και ρούχα φαγωμένα από τη μούχλα.
Στρέφοντας το πρόσωπο μας προς το χρυσό του κάθε απογεύματος
δίχως έλεος – με μια τρυφερότητα
δίχως ντροπή – με μια φροντίδα
δίχως θεούς – με μια σκιά από εκείνα τα βράχια
από εκείνες τις πέτρες
τα μυτερά λευκά χαλίκια
την στεγνή χρωματισμένη άσφαλτο
τα στενά επικίνδυνα σοκάκια
δίχως θανάτους – με μια υπεροπτική επιθυμία
αστείρευτη θάλασσα μέσα στις γειτονίες μας
εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος μαζί μας
το δικό μας καράβι
τα δικά μας πειρατικά χωριά μέσα σε μισοφωτισμένες πολυκατοικίες
ρίχναμε το βυθό του ωκεανού μέσα στους τέσσερις τοίχους
και χρίζαμε αυτή την υπέροχη στιγμή «ένδοξα χρόνια».

Θυμάμαι τις πλατείες έτσι όπως
ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια,
αυτοσχέδια τέρματα και πιτσιρίκια να τσιρίζουν
εκστασιασμένα από το παιχνίδι.
5 χρονών 6 χρονών 7 χρονών
σε ανοχύρωτες πόλεις.
Τα ανθοπωλεία, τα ζαχαροπλαστεία,
ο άνεμος ακούμπαγε στα φύλλα του ευκαλύπτου
φοίνικες φυτεμένοι στο τσιμέντο και “το σιντριβάνι
να δροσίζει όλους αδιάκριτα τους περαστικούς”.
Που χάθηκαν άραγε οι «ένδοξες μέρες» των παιδικών μας χρόνων;

Έτη που παραδόθηκαν σε αυθεντίες.
Τα ουράνια τόξα θάφτηκαν κάτω από τον ασβέστη
τα κατοικίδια συλλαβίζουν την ορφάνια των καιρών μας.
Τα παλιά λεωφορεία της δεκαετίας του εξήντα παραιτημένα σε μάντρες
Ταξίδια με προορισμό την πρωτεύουσα
που μπορούσαμε να ανοίξουμε τα παράθυρα των τροχοφόρων
και να κρεμάσουμε το κεφάλι μας προς τα έξω.
Τώρα πια δεν υπάρχουν. Μόνο ο λευκός θόρυβος του air- condition
και οι αντανακλάσεις των κινητών τηλεφώνων
πάνω στα τζάμια ασφαλείας.

Ο ορίζοντας δικαιώνει τον παράδεισο.
Το τείχος του Βερολίνου γκρεμίστηκε και τα αβανγκάρντ τείχη
ορθώνονται μπροστά από τα παιδικά δωμάτια
των καινούργιων μας φίλων.

Περισσότερη αγάπη, περισσότερο παιχνίδι,
περισσότερες σκανταλιές.

Που χάθηκαν άραγε οι «ένδοξες μέρες» των παιδικών μας χρόνων;
Λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη
κρύβεται ακόμη η παιδική μου φίλη.
Ξέρει να παίζει όλα τα παιχνίδια με τα πόδια της.
Πονηρό βλέμμα, ιδρωμένα φλερτ –
δίχως φόβο μέσα στα καλοκαιρινά μεσημέρια.
Το φθινόπωρο τυλίγει τη λάμψη των νυχτερινών αποχαιρετισμών .
Ο χειμώνας σέβεται το κορμί της πιτσιρίκας
και δεν το συντρίβει –
ανυπομονεί για την ομορφιά της άνοιξης.
Που είναι τα χρόνια της αιώνιας άνοιξης;


Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο φάκελο POETRY στο ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ                                             http://voidnetwork.gr

22.5.17

ΘΑΥΜΑ / Σίσσυ Δουτσίου

φωτογραφία LINNN
























Μια υπερσύγχρονη μηχανή
Μια επίτευξη τεχνολογική
Ίσως και ηλεκτρονική
Η κβαντική φυσική βοήθησε τα νέα παιδιά να δούνε καινούργιους κόσμους
Να γίνουν ήρωες σε ηλεκτρονικά παιχνίδια
Να ξεχάσουν κάθε ιστορικό γεγονός
Να γίνουν και αυτοί επιστήμονες σε έναν αιώνα ξερό
Στεγνό από κάθε πνευματικότητα

Στα μάτια ενός επιστήμονα το άπειρο είναι σχεδιασμένο σε μια μικροσκοπική συσκευή
Που σου δαγκώνει τα δάχτυλα
Το πιο απλό μεταμορφώνεται σε κάτι σπουδαίο
Ένας απλός πίνακας, ένας απλός κορμός δέντρου, ένα απλό αντικείμενο
Το βλέμμα μπορεί να διεισδύσει  στη φύση των πραγμάτων
Ο νους μπορεί
Ο άνθρωπος ξεχνιέται

Πότε πεθαίνει η ποίηση για έναν ποιητή;
Πότε ένας ποιητής δεν δύναται να γράψει;
Πότε ένας ποιητής είναι περιττός;

Γυρίζω πίσω από εκεί που ξεκίνησα

Eνα διαστημόπλοιο γεμάτο σκέψεις, ελπίδες και όνειρα
Εραστές που συναντιούνται στο κέντρο του κόσμου
Ή στην άκρη του τίποτα

Κάθε λεπτομέρεια του υλικού κόσμου
Ακόμα και τα σύννεφα ή οι αποχρώσεις του ροζ
Το σώμα του συντρόφου μου
Ή το χαμόγελο ενός παιδιού
Από τα έπιπλα ενός σπιτιού
Μέχρι τις μεγάλες δεξιώσεις στο πανεπιστημιακό μέγαρο
Τα κοσμήματα ενός πλανόδιου πωλητή
Και τα δάχτυλα του καθώς τρυπάει το μέταλλο για να περάσει το σύρμα
Και ο λαιμός της νεαρής χίπισσας που το φοράει
Φαντάζουν τεράστια και άγνωστα
Δεν γνωρίζω από που είμαι
Και που βρίσκομαι
Δεν έχω καταλάβει ακόμα τη δομή του ατόμου
Και το κβαντικό άλμα
Μόνο αυτό το πιεστικό χάος
Και από που ξεκινάω δεν έχω ιδέα
Η ομορφιά και η ασυμμετρία τα ίδια τέρατα
Στο μυαλό ενός ερασιτέχνη φιλόσοφου
Όλες οι επιστήμες και οι θρησκείες
Άφωνες μπροστά στο θαυμαστό κόσμο του αέναου σύμπαντος

Κανενός είδους πληροφορίας που να επιτρέπει τη ζωή
Η εντροπία της θερμοδυναμικής
Μπουκώνει τα μάτια μου και το βέλος του χρόνου τρυπάει το νου μου
Επινοήσεις που παράγουν θερμότητα
Και η προηγούμενη κατάσταση μια εσωτερική μεταβολή μες τα πνευμόνια μου

Μια κατάσταση διαταραχής αποδεκτή
Από τους σύγχρονους φυσικούς
Η συμπεριφορά μου ευαίσθητη
Εξαρτημένη από τις αρχικές συνθήκες
Δεν γνωρίζω που βρίσκομαι και ποια είμαι
Το φαινόμενο της πεταλούδας
Αυτό το χτύπημα των φτερών και η τροχιά του χώρου που θα ήτανε διαφορετική
Μια ανάμειξη χρωμάτων, μια κοινή διαίσθηση
Διπλασιάζει επανειλημμένα αυτό το εσωτερικό σπασμό

Κάθε ζεύγος κοινών σημείων
Έχει μια εξαιρετική συμπεριφορά
Προς το θετικό ή αρνητικό άπειρο

Μια απεικόνιση που καθορίζει την γαλήνη
Μια μορφοκλασματική διάσταση που μπορεί να υπολογίσει το φράκταλ μου
Και εγώ είμαι απούσα

Το σύστημα ενός ή περισσοτέρων αστέρων
Επιδρούν βαρυτικά πρώτα από όλα σε εμένα
Οι τρεις θησαυροί της Μαχαγιάνα προβλέπουν
Tις τυχαίες κρίσεις
Το σχετικό χάος οδηγεί σε επαναλήψεις
Αν δεν έχει πραγματικές ρίζες

Σε έναν αποπνευματοποιημένο κόσμο
Το δέος του κόσμου μπορεί να σε φάει ολοζώντανο και να σε ξεράσει
Τα ξημερώματα καθώς συνέρχεσαι από ένα μεθύσι





Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο φάκελο POETRY στο KENO ΔΙΚΤΥΟ
http://voidnetwork.gr 


3.5.17

Ύβρις - Σίσσυ Δουτσίου






















Ελπίζω όταν κοπιάσω αρκετά να μην φέρω μαζί μου το άξιο σώμα μου
η ίδια στην κόλαση
προστάτιδα ενός πάνδημου έρωτα
ή στον παράδεισο
μια Αφροδίτη να πλήττει
να θωπεύει το πεταμένο καυτό σπέρμα.

Θα μπορούσα να με φανταστώ
σαν ένα κατοικίδιο
να με φροντίζουν
να με αγαπούν
να με ταΐζουν
να με χαϊδεύουν.

Να είμαι αντίθετου
φύλλου
ένα αρσενικό
με ελευθεριάζουσα ήθη
με μια αξιοθαύμαστη ευπρέπεια
ένας μελαγχολικός χαρακτήρας
με απαράμιλλη τρυφερότητα.

Να μην χρειάζεται να αγωνιστώ
για τίποτες.

Ύβρις

Το κέντρο των απολαύσεων
αφήνει την έκσταση του να χυθεί
με ζέση. Η βιαιότητα
της οδύνης ήταν η μόνη λαχτάρα.
Η μόνη ένδειξη ότι υπήρξα.

Ένα σαγηνευτικό ερμαφρόδιτο
προικισμένο από τα δώδεκα του χρόνια
με εκθαμβωτικό δέρμα λησμονεί
κάθε νόμο και αρχή.
Για πάντα ενωμένοι σε ένα πλάσμα. Κατάρα Σαλμακίς
που τον φιλούσες λαίμαργα, σφιχτά αγκαλιασμένη.
Ανάθεμα η νοτιοδυτική άκρη της Μικράς Ασίας -
Επί τη Θαλάττη Καρία.

Ένα βρωμοθήλυκο αντλεί ηδονή
από την πληγείσα περηφάνια της.
Πληθαίνει κανείς τις απολαύσεις του
όταν επιδεικνύει σεβασμό
στις διαστροφές.



Ύβρις





5.4.17

Luisa Peterson στην Πανόρμου | Σίσσυ Δουτσίου


doll art by Marina-Bychkova

Γνώρισα ένα κορίτσι εχθές, την Luisa Peterson έκλαιγε εχθές το βράδυ και μου είπε:
“Από εσένα είναι κρυμμένο κάθε βράδυ
για εσένα που είναι δικό μου και χάνεται κάθε πρωί”
Δεν καταλαβαίνω της λέω και συνεχίζει:
για εσένα – για όλες τις βόλτες που δεν πήγαμε μαζί
για όλα αυτά τα ευγενή δέντρα
τα τυρκουάζ φυλλώματα
που δεν κοιτάξαμε μαζί
όλες αυτές οι βόλτες όλα αυτά τα πρωινά που ήθελα πάντα να είμαστε μαζί
και τελικά νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
ήθελα μαζί να κοιτάμε αυτά τα σύννεφα απόψε,
Δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα ερωτικής απογοήτευσης
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα για όλη αυτή τη
λύπη που εξαπλώνεται μέσα μου σαν καρκίνος
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα με τίτλο Δράμα ή Πόνος
δεν θέλω να γράψω ένα ποίημα επειδή οι ρόγες μου άρχισαν να οικτίρουν το χάδι σου.
Ρε, υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι που είναι μόνοι τους
υπάρχουν κάποιοι μεγάλοι εξηντάρηδες με σφιγμένες τις γροθιές τους
που περπατάνε μέσα σε πεζόδρομους στην Αθήνα
από αυτούς τους γνωστούς πεζόδρομους που είναι γκρι και πορτοκαλί
και είναι σταθμευμένα πολλά μηχανάκια δίτροχα
από αυτούς τους πεζόδρομους που κρέμονται τα air-condition
στους εξωτερικούς τοίχους των ισογείων
αυτά τα ισόγεια στην Αττική, ξέρεις
αυτά τα ισόγεια που είναι δίπλα στα μπλε προποτζίδικα
και δίπλα στα μεσιτικά γραφεία
δίπλα στις κομμώσεις – τις γνωστές κομμώσεις
Βούλα, Βάσω, Νίκος, Billy
και απέναντι είναι η εθνική τράπεζα
την έχουν σφραγίσει πλέον τόσο καλά
και έχει χρονοκαθυστέρηση το χρηματοκιβώτιο
έξω από την εθνική τράπεζα περιμένουν
Σύριοι, Έλληνες, Αφγανοί, Νιγεριανοί
δεν ξέρω τι κρατάνε στο χέρι τους
ένα ορθογώνιο με κίτρινο χρώμα
πλαστικό χρήμα – δεν θέλω τίποτα
προσπαθώ να βρω ένα καφενείο να πιω ένα ελληνικό καφέ με 30 λεπτά
ναι 30 λεπτά διαθέτω
ξέρεις από αυτά τα καφενεία που παλιά πούλαγαν καραμέλες με 2 δραχμές
και τσίχλες με 2 δραχμές
όχι δεν νοσταλγώ ηλίθιε καμία δραχμή, καμία αγγλική λίρα, καμία ουγγιά, καμία λίβρα, καμία μονάδα μέτρησης βάρους ή μάζας
αλλά θέλω αυτά τα καφενεία που ήτανε δίπλα από κάτι μικρά μπακάλικα
μπορούσαν όλοι να πιούνε ένα καφέ ή ένα γλυκό του κουταλιού, μια μαστίχα
ξέρεις από αυτά τα μουσκεμένα απογεύματα στην Αττική
από αυτά τα σταυροδρόμια που αλλάζουν χρώματα συνέχεια
πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο
αυτά τα πορτοκαλί λεωφορεία
κτελ νομός αττικής
στεναχωριέμαι όταν τα βλέπω
θυμάμαι τη Σαρωνίδα και την Ανάβυσσο και εκείνη τη μικρή παραλία
που είχαμε πάει οι δύο μας όταν σε είχα πρωτογνωρίσει
στενοχωριέμαι
ένα ξανθό κορίτσι προχωράει μπροστά μου
φοράει μικρά κόκκινα γυαλιστερά μποτάκια προχωρεί γρήγορα
βιάζεται και αυτό
προχωράει μπροστά από το σινεμά
το σινεμά στην παλιά γειτονιά μου,
τώρα έχει κλείσει
δεν παίζει ταινίες πια
θα ήθελα πολύ να καταλαμβάναμε αυτό το σινεμά και να παίζαμε ταινίες κανονικά
9 με 11, όχι δεν θέλω ξενύχτι, ούτε μεγάλες εκδηλώσεις που να κρατάνε μέχρι το ξημέρωμα
9 με 11 δεν πειράζει
ας λειτουργούσε το σινεμά όπως λειτουργούσε παλιά αλλά
να το είχαμε εμείς και να διαλέγαμε εμείς τις ταινίες.
Φτάνω στο σταθμό Λαρίσης, άλλο ένα δημόσιο κτήριο
οι ράγες λέει των ελληνικών τρένων δεν πουλήθηκαν – πουλήθηκαν μόνο τα βαγόνια
ο αέρας είναι πολύ πηχτός σήμερα
και αυτή η ηχορύπανση
επιδιορθώσεις ρούχων 6951478845
ξέρεις
τώρα μπορούμε να πηγαίνουμε πάλι να ράβουμε τα ρούχα μας όπως παλιά
δεν χρειάζεται κάποιο καινούργιο μπουφάν ή κάποιο καινούργιο παντελόνι
επιτέλους
μπορούμε να φτιάξουμε κάτι από την αρχή δεν χρειάζεται
να το πετάξουμε για πάντα ή να πάρουμε καινούργιο.
Υπάρχουν ακόμα πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι από εμάς
από τη χώρα μας και από άλλες χώρες και σε άλλες χώρες –
κάθε άνθρωπος κρύβει τη δική του δυστυχία, τη δική του χαρμολύπη
χρώματα και χρωμοσυνθέσεις
θα ήθελα να αγοράσω πολλά εργαλεία, θα ήθελα να φτιάξω την ταράτσα μου
τον κήπο, την βεράντα που δεν έχω να τη γεμίσω με γλάστρες,
να βάψω τους τοίχους του σπιτιού μου
θα ήθελα
αυτά τα πολωνέζικα μπακάλικα που είναι μονάχα ράφια και φτηνά αλλαντικά
έχει έρθει το Πάσχα και ακόμα κρέμονται τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια
στη ταμειακή μηχανή
αυτό το πολωνέζικο μπακάλικο με τα μπαγιάτικα σαλάμια και τα ξινισμένα τυριά
δεν ξέρω
αλλά δεν μου αρέσουν καθόλου τα βαλκάνια , ούτε η Ευρώπη
δεν ξέρω
μου αρέσει μόνο εκεί που έζησα όταν ήμουνα παιδί
πριν μεγαλώσω
πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι αν δεν θέλαμε τίποτα,
αν δεν θέλουμε να αγοράσουμε τίποτα
να είμαστε ικανοποιημένοι με τα λίγα αυτά που φοράμε
με τα λίγα αυτά που έχουμε
τότε δεν θα ήμασταν ευτυχισμένοι;
Δεν ξέρω
πάντως όσο μεγαλώνει μια γυναίκα
καταλαβαίνει πως οι άντρες μπορεί να τη βιάσουν εύκολα
ακόμα και αν αυτή το θέλει
ξέρεις όταν αποχαιρετιζόμαστε και είναι να σε δω σε 1 – 2 ώρες
στενοχωριέμαι
και μετά κλαίω στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Δεν θέλω να μπαίνεις μέσα σε ένα λεωφορείο να μου φωνάζεις “έλα” να μην
προλαβαίνω να ανέβω και εσύ απλά να με κοιτάζεις
εκείνα τα μάτια σου , τα μικρά μάτια σου
όταν τα βλέπω για τελευταία στιγμή
πόσο με στεναχωρούν
στενοχωριέμαι όταν κοιτάζω τα μάτια σου
γιατί δεν θέλω να υπάρξει αυτή η τελευταία φορά
που να κοιτάξω τα μάτια σου
σε αγαπώ τόσο πολύ
πως είναι δυνατόν αυτή η ζωή να είναι πόνος
μα πως είναι δυνατόν ο έρωτας να είναι πόνος
μα πως είναι δυνατόν να σε αγαπώ και να πονάω
δεν ξέρω
δεν ξέρω
είναι χειμώνας και το ηλιοβασίλεμα ήρθε πιο νωρίς
θέλω να είναι γιορτές κάθε μέρα
όταν τελειώνουν οι γιορτές με πιάνει φρίκη
γιορτάσαμε τελειώσαμε
επιστροφή στη κανονικότητα
τυπολατρεία, ορθοδοξία, κομφορμισμός, ευπρέπεια
και δεν θέλω να μεθύσω – δεν με νοιάζει
θέλω να ήμαστε απλά όλοι μαζί και να παίζουμε
να μην χρειάζεται να ξυπνήσουμε νωρίς
να μην χρειάζεται να κάνουμε οτιδήποτε για να βγάλουμε χρήματα σήμερα.
Έλα όμως και εσύ μια φορά
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα και να με ακούσεις
να σε ακούσω
ίσως μιλάω πολύ για τον εαυτό μου
σου λέω πάλι τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες
όταν ήμουν μικρή που μου αρέσει να παίζω εφτάπετρο
σου λέω συνέχεια τις ιστορίες που με έκαναν και ξεχώριζα από τα άλλα παιδιά
μπορούμε όμως να μείνουμε σιωπηλοί
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα
δεν ξέρω
εκεί κοντά στο ακρωτήρι
δεν ξέρω έτσι δεν το λένε;
Eκεί που κρύβεται ο ναός της Αφροδίτης, εσύ μου το έχει πει
εκεί θέλω να πάμε.
Έλα και εσύ να με πάρεις μια βόλτα μαζί
και να μη σκεφτόμαστε τίποτα άλλο παρά μόνο αυτή τη βόλτα.
Να ντυθώ και εσύ να με περιμένεις κάπου και να έρθω
δεν μου λείπει που δεν είμαι ερωτευμένη όπως όταν σε πρωτογνώρισα
μου λείπει περισσότερο η φιλία μεταξύ μας
γίναμε υπάλληλοι στην ερωτική μας ζωή
η φιλία μου λείπει
και δεν θέλω να είμαι φίλη σου όπως παλιά
κάτι καινούργιο κάτι νέο.
Ωχ πάλι τα αυτοκίνητα γέμισαν το δρόμο
πουλιούνται κρέατα ελληνικά χαραγμένα σε ένα φορτηγό επάνω του
δίπλα από την κεντρική δημοτική βιβλιοθήκη στοιβάζονται χαρταετοί
και κανένα παιδί δεν θέλει να τους αγοράσει
καμία μάνα δεν μαζεύει λεφτά να αγοράσει χαρταετό στην κόρη της.
Ο ουρανός γέμισε με αυτά τα τεράστια καλώδια
γραμμές τραμ, γραμμές τηλεφώνου, ηλεκτρικές κολώνες της ΔΕΗ
δεν μπορείς να δεις τον ουρανό πια καθαρά
πρέπει να φύγεις από την πρωτεύουσα πολύ μακριά.
Ζώα – ρομπότ και ζώα
με θλίβει που υπάρχουν όνειρα
σε ένα μπουρδέλο
έτοιμα για γαμήσι
……..
δεν θέλω πάλι
δεν θέλω πάλι να γράψω ένα ποίημα για ένα άντρα και μια γυναίκα
τεστοστερόνη.
Τις υπόγειες διαβάσεις τις πλένουν με ξινισμένες χλωρίνες
πεντακάθαρες αλλά βρωμάνε
αυτά τα νέον τα φώτα
αυτό είναι που λένε το ψυχρό φως της πρωτεύουσας
τελειώνει ο χρόνος
θα συναντήσω την αδερφή μου επιτέλους
θα καπνίσω ένα τσιγάρα , θα πιω λίγη κόκα κόλα
40 ολόκληρα λεπτά
Πανόρμου
ακαδημία Πλάτωνος.

22.2.17

Η Νύφη - Σίσσυ Δουτσίου

Marina-Bychkova




































Δακρυσμένες νύφες
και οι ανεστανάρηδες να ουρλιάζουν.
Ένα θαύμα που δεν έγινε.
Βαθιά Απελπισία
Εγένετο το θέλημα σου -
ανοιγμένα τα εύθραστα σκέλια της γυναίκας σου
κάθε πρωί ο αφέντης δίνει διαταγές
οι δούλοι προσκυνάνε.
Η γυναίκα του μια πόρνη
τα σεντόνια ωμά ροζ
άνευ ακραίου ενθουσιασμού
κάτω από τα πράσινα όνειρα
μέσα σε ένα σπίτι.
Λείπει η ευφορία
πεταγμένα εσώρουχα, βιλία, κόμικ, πέτρες, πετσέτες,
ιδρωμένα σορτς και αλατισμένες φανέλες.
Ένας οξύς πόνος
κλείνω τα πόδια μου
τα φέρνω στο στήθος μου.
Ένα μικρό σμήνος πουλιών
καλοσορίζει τα δάκρυα μπροστά σου
- σκέφτομαι τον ποταμό Ούς -
ισοροπημμένα σε ξανθιά αγκάθια κοιτάζεις τους μώλωπες
παίζουν σαν παιδιά κοιτάζουν το ένα το άλλο
αρσενικό - θυληκό - γένος ουδέτερο
Λυπάμαι, σήμερα φέυγω.
Κάποια παιδιά είναι καταδικασμένα να μεγαλώσουν.





Άνεμος Νιότης - Σίσσυ Δουτσίου

Marina-Bychkova




































Οι πρώτοι στίχοι σε ένα ποίημα
Οι πρώτες μας συναντήσεις
Το πρώτο μου ψυχεδελικό τριπ
Η πρώτη φορά που έκανα έρωτα
Η πρώτη φορά που άγγιξα τα υπέροχα γυναικεία στήθη
εκείνης της άγριας γυναίκας
Η πρώτη φορά που μέθυσα σταματώντας τον κάθε περαστικό
και ρωτώντας τον για την ελευθερία
Η πρώτη φορά που χάθηκα μέσα σ' ένα τεράστιο δάσoς στη βόρεια Αγγλία τριπαρισμένη
Η πρώτη φόρα που φοβήθηκα το σκοτάδι
Η πρώτη φορά που διάβασα σε κάποιον τα ποιήματα μου
που μεταμορφώθηκα σε άθλιο θηλυκό μπροστά στην πόρτα του νοσοκομείου
που κοίταξα τον ουρανό και θέλησα να γίνω αστροναύτης
που δοκίμασα μια πρωτοχρονιά κλεισμένη σε ένα σπίτι καθαρή ηρωίνη
που ταξίδεψα στην Ινδία με τον αγαπημένο μου.

Η πρώτη φορά που άγγιξα το αντρικό σεξουαλικό όργανο,
το κρέας, οι φλέβες, η μυρωδιά του.
Τα πρόστυχα μάτια μου, οι κινήσεις μου.
Είχα ανέβει από πάνω του
οι γονείς της φίλης μου δεν ήτανε στο σπίτι
αγόρασα προφυλακτικά και τον πήρα τηλέφωνο.
Μισή ώρα μετά
δυσκολεύτηκα να φτιάξω τα κορδόνια των παπουτσιών μου
έπρεπε να σκύψω, τότε
ένοιωσα
πως έκανα κάτι.
Δεν ήτανε από έρωτα
αλλά ήθελα
να σκίσω την παρθενιά μου.
Την επόμενη μέρα του είπα ότι πρέπει να χωρίσουμε.
Το μουνί μου ήτανε ελεύθερο για γαμήσια τώρα.

Η πρώτη φορά που πήγα με την ξαδέρφη μου
κρυφά στην πλατεία Ομονοίας
να βρούμε κάτι να πιούμε
και βρήκαμε την πιο απαίσια φούντα που μπορούσες να καπνίσεις
και μοιραστήκαμε ένα στραβοστριμμένο τσιγαριλίκι
στην οδό Μάρνης και Πατησιών.
Τελευταία τζούρα
και μετά ένα ασυγχώρητο γέλιο.

Τα πρώτα διηγήματα του Μπορίς Βιάν
και τα κόμικ του Μανάρα
αυτή η γυναίκα με τα τεράστια βυζιά
και τα 110 χάπια.
Μπορούσαμε να κάνουμε τα πάντα
μια παρέα από 2 κορίτσια και 4 αγόρια
μόνο τεκίλα και κοντά φουστάνια
ποίηση και υγρά μάτια από το ξενύχτι
ξεχασμένα πόδια σε στενά παπούτσια
και μια φίλη να ξερνάει από το πολύ αλκοόλ.
Η πρώτη φορά που τρόμαξα
από το χρώμα του εμετού
μέσα σε 2 λεπτά είχα ξεχάσει
και τρέχαμε προς τα κάτω
προς το δικό μας μέρος
ένα σκοτεινό στενό
πίσω από τον πιο πολυσύχναστο δρόμο της πόλης.

Ένας ώριμος άντρας με 2 πιτσιρίκες
στα μπούτια του
δυο μελαχρινές
η μια από αυτές έχει λιώσει στη πρέζα πια.
Η πρώτη φορά μιας ενθουσιαστικής πράξης έρωτα.

Ποτέ δεν θα ξέρεις ότι
ντρέπομαι να σε συναντήσω
ότι δεν έχω να πω τίποτα μαζί σου πια.
Δεν είσαι πια το ίδιο τέρας
μικρή ταπεινωμένη σκλάβα.

Ποτέ δεν κοιμήθηκα με τα ρούχα μου στο κρεβάτι
όσο μεθυσμένη και αν ήμουν.
Η πρώτη φορά που σταμάτησα στον δρόμο έναν όμορφο νέο
και του είπα να με πάει σπίτι
γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω που βρίσκομαι
η πρώτη κουβέντα που του είπα
"βγάλε μου τα ρούχα"
τα υφάσματα με ζεσταίνουν
όταν είμαι σε έξαρση.

Η πρώτη φορά
που σκεφτόμουνα να κλέψω έναν ταξιτζή και να
τον απειλήσω με ένα ανύπαρκτο μαχαίρι.
Τα φώτα των αυτοκινήτων
και οι βιτρίνες των μαγαζιών λιώνουν μπροστά μου
σε μια διαδήλωση τέλεια.
Μεταφέραμε 7 μολότοφ και ένα μαύρο σπρέι
για να γράψουμε ποίηση στους τοίχους μια γκρίζας πόλης που καίγεται.

Η πρώτη επίθεση σε
ένα συγγραφέα που αρνήθηκε το ολοκαύτωμα των εβραίων
καμένες σημαίες
και μια καταδίωξη σε ένα αγγλικό χωριό.
Κόσμος από διάφορες χώρες και ένα τανκ νερού
να προσπαθεί να καταστείλει
τα συνθήματα -
δεν τρέχει αίμα πια
μόνο που κρυώνω πολύ.
Μας ακολουθάνε μπάτσοι.
Πάλι τα ίδια.
Μόνο fast food
δεν προλαβαίνουμε για κάτι άλλο.

Η πρώτη φορά που γέμισα ένα σακβουαγιάζ με κάμποσα κιλά χόρτο.
Το πρώτο μου μηχανάκι παρκαρισμένο στα κτελ μέχρι να κάνω την ανταλλαγή.
Λίγα τα λεφτά αλλά πρέπει να πληρώσω το νοίκι.
Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εκτός από το να δουλεύουμε;
Η πρώτη φορά που ευχαριστήθηκα μια βίζιτα
καλά λεφτά - το πρώτο μου ταξίδι στο Παρίσι.

Oι πουτάνες ερωτεύονται τους πελάτες τους και
οι αφέντες ερωτεύονται τις σκλάβες τους.

Η τελευταία φορά που κάπνισα πρέζα
"τσούλα" πάνω σε αλουμινόχαρτο
αγορασμένη από ένα σκοτεινό μπακάλικο σε μια επαρχία του Μαρόκου,
η έρημος, εκατοντάδες χωριά,
δεν έχω τη σωματική δύναμη
να διασχίσω
το μεγάλο δωμάτιο
μέσα στο κόκκινο σπίτι
που είμαστε οι δύο μας και θα ήθελα
να είχαμε κάνει έρωτα εκείνη τη νύχτα.
Άλλωστε,
γιατί χαλάσαμε τόση ζάχαρη αγαπητή μου;

Θα ήθελα να είχαμε κοιμηθεί μαζί εκείνο το βράδυ
ήμουνα τόσο ήρεμη
μόνο η αγκαλιά σου έλειπε.

Η τελευταία φορά που περίμενα να καταστρέψεις τα δικά σου πνευμόνια
για να μυρίσω λίγο θάνατο
μπροστά στο παιδί σου.
Ένα αγρόκτημα γεμάτο σκατά
και αρρωστημένα ζώα
θα μπορούσε να είναι ένας παράδεισος.

Πράγματι για πάντα και
εις τους αιώνες των αιώνων
η ευτυχία θα τρομάζει.
Έχουμε μάθει
να δουλεύουμε - να τρώμε - να χέζουμε
να κλέβουμε - να αντιγράφουμε - να κρυφοκοιτάζουμε
να δαγκώνουμε τις σάρκες άλλων και να φτύνουμε κομμάτια από αυτούς
στο νιπτήρα ή στο νεροχύτη - πρωί ή βράδυ -
έχουμε μάθει να θέλουμε
να είμαστε ευτυχισμένοι
να θέλουμε
να είμαστε
ευτυχισμένοι.

Αγάπη μου
κανείς δεν θέλει να είναι ευτυχισμένος
όλοι θέλουνε
απλά
να μπορούν,
να μπορούν να δουλεύουν, να μισούν, να πονάνε,
να κλαίνε, να σιχαίνονται
όλοι έχουνε μάθει την υστερία
και η απάτη της
σου πλέκει ένα μεταξωτό σάβανο
για να το φοράς κάθε μέρα.

Η τελευταία φορά που αναρωτήθηκα γιατί.
Κάποιοι επιλέγουν να γίνουν ήρωες και κάποιοι άλλοι οι απαγωγείς
αισχροί
δηλητηριώδεις
κακοήθεις.
Η τελευταία φορά που σε αγάπησα.

Η λήθη χάραξε νέους χαρακτήρες
σε μια νέα ποιητική συλλογή
τίποτα πια δεν είναι από τη ζωή μου.

Η πρώτη φορά που
δεν ήθελα να εξαντληθεί το φως της
που μπορούσα να κολυμπήσω σε μια θάλασσα lsd
και να μην ανακατευτούν τα συκώτια μου
ο αυτοκρατορικός σκορπιός με φοβήθηκε
και δεν ξαναήρθε ποτέ δίπλα μου
με μια ανελέητη έκσταση
ξαναγέμιζα λευκές μπουκάλες
ασταμάτητα βαρύ - δίχως παύση κόκκινο -  
που δεν χρειάστηκε να τελειώσει ποτέ τίποτα.
Εκείνη η ώρα που κάναμε έρωτα
αγάπη μου
μέχρι τώρα.
Που δεν υπάρχει χρόνος
εκεί
μαζί σου
σε αγαπώ.

Η οξύτητα του φωτός δεν καίει πια τα λουλούδια
Τίποτα δεν μοιάζει λίγο, τίποτα πιο πολύ
γιατί έτσι το προστάζει πια η καρδιά μου.
Οι ιαχές του πολέμου έσπευσαν για ύπνο.
Οφείλω να ονομάσω του ήρωες της πατρίδας μου.
Δεν επαρκούμε οι δυο μας αγάπη μου
θα έρθω με τους τολμηρούς
για τελευταία φορά
η πόλη θεραπεύεται
από το ιερό και πιστό
άνεμο της νιότης.



πρώτη δημοσίευση στο διαδικτυακό περιοδικό FRACTAL - Η γεωμετρία των ιδεών:
http://fractalart.gr/anemos-niotis/



2.1.17

H NYXTA! [Yard Gal] της Rebecca Prichard 2017-2018










 







NYXTA!
YARD GAL της Rebecca Prichard
Σκηνοθεσία: ΤΑΣΟΣ ΣΑΓΡΗΣ
Παίζoυν: ΣΙΣΣΥ ΔΟΥΤΣΙΟΥ | ΛΙΛΗ ΤΣΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ
Μουσική: Radiohead, Prodigy, Anne Clark, Total Eclipse, X Dream,
Atmos, Sandman, Lou Reed, Μikael Delta, Yann Tiersen, Αrcade Fire

Video Art: Άλκηστις Καφετζή, Void Optical Art Laboratory
Σκηνικά: Κenny Mac Lellan
Φωτισμοί: Γιώργος Παπανδρικόπουλος
Μετάφραση: Anna Holloway

Θέατρο Παραμυθίας (ΑΘήνα), Θέατρο Λιθογραφείον (Πάτρα),                                                                                                     

Θέατρο Αμαλία (Θεσσαλονίκη)
με την υποστήριξη της συλλογικότητας ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ http://voidnetwork.gr
+ INΣΤΙΤΟΥΤΟ Πειραματικών Τεχνών http://theinstitute.info 

AΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΗΜΑ
Το σκοτάδι απλώνεται πάνω από την Ευρώπη! Μια παρέα κοριτσιών ξεκινούν μέσα στην Νύχτα του κόσμου την πιο μεγάλη περιπέτεια, αναζητούν μια έξοδο κινδύνου, έναν τρόπο διαφυγής και εναντίωσης στους κανόνες, τις απαγορεύσεις και τις εντολές. Ανακαλύπτουν τελικά το πιο τρομακτικό μέρος που μπορεί να ταξιδέψει ο άνθρωπος: το σκοτάδι που κρύβει ο καθένας μας μέσα του. Ζούμε παγιδευμένοι ανάμεσα στις επιθυμίες και τις αυταπάτες, τα εικονικά πρότυπα του εμπορεύματος και την πηγαία ενστικτώδη ανάγκη για εξέγερση και δραπέτευση. Αδίστακτοι επιχειρηματίες, κυνικοί εγκληματίες, φασίστες και ιδιοτελή παράσιτα, διεφθαρμένες κρατικές αρχές, μοναξιά και απαθή βλέμματα και φρενιασμένες σκιές, μια φυλακισμένη κοπέλα σκέφτεται τις παλιές της φίλες κλεισμένη στην απομόνωση. Σίδερο, τσιμέντο, γυάλινες οθόνες και άνθρωποι ξεχασμένοι σε δερμάτινους καναπέδες, η Μητρόπολη είναι ένα τέρας που κατασπαράζει την ανθρωπότητα για να παράγει ένα φανταχτερό τίποτα.  Η Νύχτα είναι μια απαγορευμένη χώρα όπου κρύβεται μια αόρατη γενιά ισορροπώντας διαρκώς στα αδιέξοδα και τις απελπισμένες απόπειρες αμφισβήτησης, τις παράνομες απολαύσεις και την απόγνωση. Η ΝΥΧΤΑ!, ο τόπος που κατοικούν όλοι οι εφιάλτες και τα πιο κρυφά όνειρα μας. Καθώς ο καθένας μας ζει μόνος του πια, στην μικρή προσωπική του φυλακή, αυτό είναι ένα τραγούδι για τους φίλους που χάθηκαν.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ:
Η ΝΥΧΤΑ! είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ βασισμένο στο βραβευμένο θεατρικό έργο YΑRD GAL της Αγγλίδας συγγραφέας Rebecca Prichard, μια δυστοπική φουτουριστική παράσταση για το άμεσο μέλλον. Μια παρέα κοριτσιών αρνούνται όλους τους επιβεβλημένους κανόνες και ζουν μόνο την Νύχτα αναζητώντας τρόπους για να βγάζουν χρήματα  χωρίς να δουλεύουν, να κάνουν σεξ χωρίς να πληγωθούν, να δοκιμάσουν όλες τις ουσίες χωρίς να πεθάνουν, να διαπράξουν όλες τις απαγορευμένες πράξεις χωρίς να συλληφθούν.

Με αυτό τον τρόπο διαγράφουν μια απελπισμένη διαδρομή που μαρτυρά την δύναμη και το πάθος, όπως και την εύλογη απόγνωση, τα αδιέξοδα και την θλιβερή βία της ζωής των νέων ανθρώπων σήμερα. Η απέραντη φανταχτερή πόλη την Νύχτα, ο ήχος της ατέρμονης ψυχικής πίεσης, ένα κρυφό σιωπηλό ουρλιαχτό μέσα στο σκοτάδι του κόσμου. Μοναξιά και απαθή βλέμματα και φρενιασμένες σκιές. Κινηματογραφικές αναμνήσεις, οργισμένες νύχτες καταστροφών, κλοπές και μαζικοί εμπρησμοί, προαύλια νοσοκομείων και κρατητήρια, σειρήνες περιπολικών και αιχμηρά αντικείμενα, γυάλινες χάντρες και χάπια ecstasy και χαρτοπόλεμος από κάλπικα χαρτονομίσματα. Κακοστριμμένα τσιγάρα χασίς, electro techno, σεξ της μιας βραδιάς, κορίτσια και αγόρια που αρμενίζουν στον νυχτερινό ουρανό. Ζούμε στο σκοτάδι του κόσμου σαν παιδιά που χάθηκαν μέσα σε μια καταιγίδα.

Η σκοτεινή ποιητική ματιά του Τάσου Σαγρή για την ζωή στις σύγχρονες μητροπόλεις και οι πρωταγωνίστριες  Σίσσυ Δουτσίου και Λίλη Τσεσματζόγλου συναντιούνται με τα ηχοτοπία των Radiohead, της Anne Clark και του Mikael Delta, τον βιομηχανικό θόρυβο των Prodigy, το ψυχεδελικό techno-trance των Χ-DreamΑtmos-Sandman και Τοtal Eclipse, την μητροπολιτική μελαγχολία του Lou Reed, των Αrcade Fire, του Yann Tiersen,  τα φρενήρη video art παραληρήματα της Άλκιστης Καφετζή και του Εργαστηρίου Οπτικών Τεχνών του Κενού Δικτύου, τους εξπρεσιονιστικούς φωτισμούς του Γιώργου Παπανδρικόπουλου και την μινιμαλιστική σκηνογραφία του Σκωτσέζου σκηνογράφου Κenny MacLellan, συνεργάτη του σκηνοθέτη της ταινίας Trainspotting Dany Boyle.

Με αυτό τον τρόπο, στο σύνολο του το δημιουργικό και καλλιτεχνικό επιτελείο των επιτυχημένων παραστάσεων του Ινστιτούτου Πειραματικών Τεχνών συνεχίζει την ανατομία της εποχής της κρίσης με την παράσταση Η ΝΥΧΤΑ! , μελετώντας το υπαρξιακό αποτύπωμα μιας εποχής, το ψυχικό τραύμα μιας κοινωνίας που διαλύεται σε διαχωρισμένες, απελπισμένες ατομικότητες.
Το 2011 “ΟΙ ΔΟΥΛΕΣ” του Ζαν Ζενέ ούρλιαξαν “Να Μην Ζήσουμε σαν Δούλοι” και το πάθος τους για ζωή έγινε μια απελπισμένη κραυγή στις ψυχές των ανθρώπων σε όλη την χώρα, το 2012 με το έργο “ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑΝ ΧΩΡΑ” του Δημήτρη Δημητριάδη έγινε μια λεπτομερής καταγραφή της κατάρρευσης μιας ολόκληρης κοινωνίας. Από το 2013 έως το 2015 η παράσταση “ΨΥΧΩΣΗ”  (4.48 Psychosis) της Sarah Kane μελέτησε την κατάρρευση του υποκειμένου στο σύγχρονο κόσμο.

Το 2017 με την παράσταση Η ΝΥΧΤΑ! (Υard Gal) της Rebecca Prichard σε σκηνοθεσία του Τάσου Σαγρή το Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών εξερευνά την βία, τα αδιέξοδα και τις ελπίδες των νέων ανθρώπων σήμερα. Στέλνει ένα σήμα κινδύνου για το άμεσο μέλλον. Μας καλεί να ταξιδέψουμε στην σκοτεινή πλευρά του ίδιου μας του εαυτού, εκεί που κατοικούν οι εφιάλτες και τα πιο κρυφά όνειρα μας.


ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ :
http://theinstitute.info/?p=1938