24.9.17

[ΕΚΑΒΗ] Σίσσυ Δουτσίου



φωτογραφία: Τάκης Βεκόπουλος






























«όλοι εν τέλει είναι δούλοι στην τύχην και στην στερρὰν ἀνάγκην» Ευριπίδης

Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.

Τα παλάτια της Τροίας λεηλατήθηκαν
σαν φίδια άλλαξαν δέρμα οι κυράδες.
Ωμές.
Αδίστακτες.
Το σώμα θα ταφεί.
Κανείς δεν θα πετάξει τους ξένους,
τους φίλους ή τους συγγενείς
μέσα στη θάλασσα.

Έτσι μοιάζει ο πόλεμος Εκάβη.

Τρομαγμένα αστέρια σκέπασαν με πάχνη τα ποτάμια.
Η ερημιά της πόλης έθαψε τα παιδιά της στο αίμα.
Οι ανθισμένοι κήποι σύστησαν τον τρόμο στους εφήβους.
Τα τριαντάφυλλα δίστασαν να θαυμάσουν το χάραμα και
τα πέτρινα σπίτια εγκαταλείφθηκαν από τα χελιδόνια.

Αυτός είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην διακινδυνεύεις τη ζωή σου
θα τυφλώσουμε τον άκαρδο τύραννο,
τον πατριάρχη, τον βασιλιά, τον αυτοκράτορα.

Οι παρθένες έθαψαν τις αρετές τους.
Ανήμποροι γερασμένοι άντρες χάθηκαν στις γωνίες των δρόμων.
Οι τραυματισμένοι ήρωες χλόμιασαν σαν αλεπούδες
κάτω από τα ρούχα της μάνας τους.

Αυτό είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην στεναχωρείσαι
θα επιτεθείς στη Χώρα των Κυκλώπων.

Τα βρέφη κοίταξαν τα δάκρυα των άταφων μονομάχων.
Αδέσποτα σκυλιά μάζεψαν τις
τελευταίες νυχτοπεταλούδες της πόλης.

Φυλακές δεν υπήρχαν.
Στρατός δεν υπήρχε – μόνο
το όραμα της διαμαρτυρίας και αυτός ο περίφημος χορός.
Η τρέλα αντιλαλούσε ανάμεσα στα δάχτυλα της.

Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.

Οι εχθροί αφάνισαν τα καλοκαίρια.
Οι μισθοφόροι πυροβολούσαν ασταμάτητα
το φως των γιορτών.
Ο λαός προσευχόταν κρυφά σε παραιτημένους στάβλους.
Οι λεγεώνες των άλλων ίππευαν ταύρους
και αετούς πάνω από τα κεφάλια μας.

Το χρυσό εξερράγην στα χέρια των βασιλιάδων.
Μην ανησυχείς, Εκάβη μου
θα εκδικηθείς για το χαμό του γιού σου.

Ο πόλεμος έγινε όργανο του ανθρώπινου σώματος.
Η Πολυξένη παραδόθηκε στους θεούς.
Εκάβη μου,

μπορείς να μην αγαπήσεις την πατρίδα σου.
- βάρβαροι στη θέση των βαρβάρων -
Τα έθιμα ομολόγησαν την μυρωδιά της γης τους
περιέγραψαν την ηρωική ευγένεια
του παλιού κόσμου.

Σκορπίστηκαν σκελετοί βασιλιάδων
στις γυμνές αποθήκες των σκλάβων –
ένα πρωί που η στρίγγλα συνείδηση
αρνιόταν να το πιστέψει.

Η σιωπή αγκάλιασε τα παιδιά.
Φόνος εν ψυχρώ. Η πόλη θρηνεί τις έξι κόρες αυτού του κόσμου:
την Αγαθοεργία
την Προσήλωση
την Υπομονή και τη Διαύγεια
την Ηθική και
την Σοφία.

Η πόλη θρηνεί Εκάβη μου.










11.9.17

"Ω! Κράτος" - Σίσσυ Δουτσίου
























Ω! Κράτος με το αήττητο εμπόριο
και τα δαιμονισμένα δέντρα γύρω
από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης
ξέχασες να χαϊδέψεις τα όμορφα βυζιά
της ελευθερίας – απ’ τη βιασύνη σου –
τύφλωσες όλους τους αγγέλους της πόλης.

Ω! Κράτος οι τρομαγμένοι στρατιώτες
κούρεψαν τις αρχαίες πόλεις γουλί
τα φορέματα του πολέμου κλαίνε με αναφιλητά
κάτω από χοντρές μαργαρίτες και
οι άτεκνες γυναίκες έκρυψαν τα εσώρουχα τους
στις αποθήκες των σκλάβων.

Ω! Κράτος έστειλες τους ζητιάνους να κοιμηθούνε
σε αόρατες πόλεις
μάζεψες τα φλέβες της άστεγης Μαίρης
σαν έργο τέχνης
τα κρέατα κρεμασμένα στην αγορά
ειρωνεύονται την ασιτία

και οι αποικίες
και η εκπόρνευση
και η κληρονομική φτώχεια.

Ω! Κράτος επέτρεψες τις αδελφοκτόνες μάχες
παρακάλεσες τους νέους ανθρώπους
να λιγουρεύονται την αιματοχυσία
προσκύνησες εθνικιστικά αγάλματα και
μίλησες εκ μέρους της φωτιάς,
των υπογείων και των παντοτινών ταραχοποιών

και η Ιστορία
και ο εξαγνισμός
και ο πλούτος των απελευθερωτικών αγώνων.

Ω! Κράτος που δεν μπορείς να θεραπεύσεις
τους ασθενείς
που συγχωράς την πλήξη του ουρανού και
τους κτηνώδεις φόνους
οι νεκροί σου  - προσφέρουν ιδρωμένους
υάκινθους στο πεπρωμένο,
στο απόλυτο χθες, στα απελπισμένα σώματα.
Ω! Κράτος το ιππικό έκαψε τα άνθη
από τις συνοικίες της ενδοχώρας
εκεί που ο κόσμος σπρώχνει τον ήλιο κατάχαμα
εκεί που ο κόσμος θυσιάζει τα σωθικά του
για ένα κομμάτι ψωμί.

Ω! Κράτος σιχάθηκα να θαυμάζω
τα ερείπια σου
να σπρώχνω τις ευχές ηλιοτροπίων προς τα έξω
προς την τέφρα
προς τη ναφθαλίνη
προς τα φίδια.

Κοίτα, οι σφαίρες
βαραίνουν τους ώμους του ήλιου
η καρδιά της γης εμπιστεύεται τα
υγρά μάτια της αιωνιότητας
ο φόβος χάθηκε μέσα στα όνειρα των σύννεφων
ζεστά κάστανα μοιράζονται σε όλους.

Ω! Κράτος.
Ζήτω η κάθαρση!

Επιτέλους
οι πρίγκιπες φιλιούνται μεταξύ τους
οι φτωχοί κληρονομούν τον μεγάλο θησαυρό
οι εραστές κλωτσάνε τους  οπλαρχηγούς
οι καταληψίες της επόμενης χιλιετίας γελάνε
πλημμυρίζοντας το πιο μακρινό σημείο του ορίζοντα
με άγρια ζώα
και ευτυχισμένους ιθαγενείς.

Επιτέλους,
πάνω από τις στάχτες των καταπιεστών
θα ανεμίζουν μαύρες σημαίες.




2.8.17

"Κασσάνδρα" - Σίσσυ Δουτσίου

























Όραση
Αφή
Γεύση κατά τόπους
Η εντύπωση που δημιουργεί στη γλώσσα ότι βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας
Αρχαίες πόλεις
Θαμμένα καταφύγια
Κορίτσια τρέχουν στην αγκαλιά του Ιούλιου Βερν
Ο πολιτισμός ένα πυκνό υλικό στην επιφάνεια
περισσότερο σίδηρο καθώς και νικέλιο και πυρίτιο
ωστόσο το σπάνιο ουράνιο απλώνεται σε αχανής εκτάσεις
κάτω από τα πόδια μας.
Και η Κασσάνδρα
τα βαμμένα ασημί νύχια της γέμισαν αλάτι
όπως το σπίτι της το φθινόπωρο γεμίζει λύπη.
Δεν υπάρχει λόγος να ξέρουμε καλύτερα την κόρη του βασιλιά
από το βυθό του ωκεανού.
Τα υλικά σώματα βγάζουν από τους πνεύμονες τους
το ορατό φάσμα εκείνης της ξακουστής
υπεριώδης ακτινοβολίας.
Η κοινότητα 10.000 γυναικών
άφησε την τελευταία της πνοή
τις πρώτες πρωινές ώρες.

Η Κασσάνδρα κοιτάζει τους ώμους του Απόλλωνα.
Από καταβολής κόσμου γράφονται στον έρωτα ωδές
Και η Κασσάνδρα
βαθιά αφοσιωμένη στο γαλάζιο
μελαγχολική απέναντι στο τρίσβαθο μπλε του ουρανού
και η ερημιά των αιώνων
παρέα με αυτό το πολύπλοκο μαβί.
Ένας αφόρητος καύσωνας
Μια ξαφνική καταιγίδα
Και η Κασσάνδρα – οι φτέρνες της συγκινούν χωρίς πολύ σκέψη
τους νεκρούς σαρκασμούς του σύγχρονου αναγνώστη.
Τα γόνατά της απαγορεύονται να αγγίζουν
τα εκθέματα του κυκλαδίτικου μουσείου.
Τα λουλούδια που ήταν όλα ανοιχτά για όλους
και αυτό το σιωπηλό διάστημα που περιβάλλει την καρδιά των πραγμάτων.

Η δικιά μου αδερφή
έπρεπε να ´ναι πιο ευτυχισμένη
από τις αδερφές των άλλων.
Λυρικότητα μηδέν
Ποίηση 100 τοις 100
Η συνήθεια αναστενάζει σαν τον πατέρα που πλένει
την τετράχρονη κόρη του στην μπανιέρα του σπιτιού του
ή σαν τους γλάρους που αρπάζουν τα ψάρια από το πέλαγος,
για να φάνε, από συνήθεια.
Και η Κασσάνδρα – η ομορφιά της,
τα μάτια που διάλεξε να έχει για να βλέπει,
χαϊδεύεται στον κορμό ενός δέντρου με μανία.
Η ντροπή της κρύφτηκε πίσω από
τα ροζ φύλλα μιας ψιλής βουκαμβίλιας.

Το ίδιο παράπονο.
Η χαρά κατέχει όλες τις ακτές εκεί ανάμεσα
«στα βαριά κοσμήματα και τα αμέτρητα φουστάνια»
Ένας ορίζοντας πολύ κοντά
Ο αναστεναγμός των θαλασσών
Δίπλα μου
«Κάτσε δίπλα μου»
Προς τα εκεί που κοιτάζω
Πηγαίνω μπροστά
Έλα μπροστά μου
Η απόλαυση – ο δικός της ορίζοντας
Λίγα τετραγωνικά μέτρα, ένα σύμπαν
Εκεί ξεκινάει το ουράνιο τόξο
Εκεί τελειώνει
Τελείωσε η μέρα
Περίμενε να στεγνώσει το στήθος της
Τα μελλούμενα δεινά
Απροκάλυπτα

Λευκά ρούχα ξύπνησαν από ένα θόρυβο
Τα αστέρια ουρλιάζουν
Τα πτώματα τραβάνε το παλάτι της
Προλαβαίνοντας να δέσουνε τα μαλλιά τους
Ο ταύρος της –
Είχε έναν ταύρο – Δανεικό
Και η Κασσάνδρα (σαν την Αφροδίτη της Μήλου)
Το βαθύ γαλάζιο παραμονεύει
Επιβλητικά
Μία ζεστή κυριαρχία
Η Θάλασσα

Ο χάρτης της πόλης στέκεται όπως τα ξένα όνειρα
ταράζουν τα παιδιά στην κούνια τους όταν κοιμούνται.
Συνεχώς η ψευδαίσθηση ότι είμαι υπό την επήρεια lsd ή εκστασιασμένη.
Η γη, το έδαφος, η ξηρά, η θάλασσα, η πατρίδα.
Το έθνος καρφωμένο στα δέντρα και στα βουνά
σπέρνει αστέρες και κρασί στην καρδιά των δώδεκα ουρανών.
Δύο οικογένειες
Αργά το απόγευμα
Εδώ στα χείλη μου
Αργά, προσεκτικά
Ένα φιλί έρχεται αθόρυβα.

Το παζάρι γυαλιστερών μαργαριταριών δεν πέθανε
τα καραβάνια διασχίζουν οάσεις και ερήμους.
Ο δρόμος του μεταξιού
Η μαύρη θάλασσα
Τα καλοκαιρινά νησιά της Ελλάδας
Ερασιτέχνες ζωγράφοι
Δεκάδες αυλές
Και η Κασσάνδρα

Ένας πόνος σκληρός
Κατεβαίνει
Το αγνό και εύγλωττο δάκρυ
Πλημμυρίζει, δύο μάτια σκοτεινά.
Σε αφανείς πολέμους
Σε παλιούς κήπους
Μία άλλη νύχτα
Μεγάλωσε το στόμα μου
Το ίδιο φιλί
Και η Κασσάνδρα κουβαλούσε νυχτερίδες και σπουργίτια
Τρέμει μέσα στο νερό
Αφουγκράστηκε το μακρινό,
Το άγνωστο
Άρπαξε το θάνατο χωρίς δισταγμό
Χωρίς παύση
Κοίταξε την κίνηση της γλώσσας
Βρέθηκε νεκρή στα ανάκτορα
Οι ρυτίδες της δοκίμαζαν με βία την αγάπη της Ιφιγένειας
Φώναξα να ανασύρουν το πτώμα της από το βυθό
Κρατούσε τα μαλλιά της στα χέρια της
Τα γόνατά της μαζεμένα στο στήθος της.

Ο Ορέστης γινότανε πάλι παιδί
Οι κόρες του βασιλιά
κέρδισαν ιστορίες αγάπης.
Πριν από την αρχή των σύννεφων
Ο άνεμος
Το φως κρατούσε τη θάλασσα σκυμμένη
γλυκά πάνω από τα κήτη.

Οι πολεμιστές φυτεμένοι στο χώμα
Επιστρέφουν όλο και πιο πλούσιοι
Χρειάζεται εμπιστοσύνη
Η γη ανασκαμμένη για το θυμό και τις φωνές των γυναικών
Φάνηκαν τα πρόσωπα
Να φροντίσουμε τη βροχή και τους αγγέλους να θρέψουν
αυτόν τον έκπληκτο κισσό.
«Έλα, κάτσε δίπλα μου, κοντά μου»
Η ανησυχία σαν φάντασμα
Τριγυρνάει ανάμεσα μας
Και η μοίρα την ρωτάει:
«Πόσο ακόμα θα μας τρομάζεις;»
Θέλουμε να τα ξεχάσουμε όλα
Την μελαγχολία
Την ζωή
Οι μεθυσμένοι διάλεξαν την ηδονή.

Η αξία της υπομονής ερεθίζει την καταστροφή και την τιμωρία
Κανείς δεν θα το μάθει ποτέ
Η Κασσάνδρα διέσχισε θαλάσσιες λάβες με πολύχρωμες αποχρώσεις
Εκείνο που χρειαζόμαστε τώρα
Είναι το χαμόγελό της
Την αρετή της
Τα σύκα δρόσισαν
Τα όμορφα μάγουλα των αγοριών προσπάθησαν
Η καλοσύνη άφησε την
έρημο της μοναξιάς σε ένα απρόσιτο χώρο – μόνη της.
Η θέλησή μας
Έφτασε

Τα καλύτερά μας χρόνια
φυλάξαμε την οδύνη
κλεισμένη κάτω
από την μασχάλες μαύρων περιστεριών.
Και η Κασσάνδρα με τεντωμένους αγκώνες προς το κενό του διαστήματος,
περιφέρονταν από πέτρα σε πέτρα – απεγνωσμένη,
τολμούσε να μιλήσει:
“Φάτε τον βασιλιά της Τροίας
Ξεριζώστε την καρδιά των γκρίζων δέντρων
Κάψτε ζωντανούς τους φανταχτερούς μονόφθαλμους άρχοντες
Δωρίστε το σπέρμα του άντρα σας στις φίλες σας
Φτύστε τις ολοστρόγγυλες λίρες σας
Λιώστε τα χρυσά σας βραχιόλια”.

Η Κασσάνδρα ήθελε να προλάβει
να φυλάξει λίγο από το αίμα της ιστορίας
πίσω από τους καθρέφτες στο λουτρό της
ή κάτω από τις φυτεμένες ροδιές.
Η πανσέληνος
τρύπησε τις κοιλιές των χωραφιών.
Ο δικός μας κόσμος
άνοιξε αναπάντεχα, τη στιγμή
τα νεογνά μιλούσαν
για το λαθρεμπόριο των νεκρών γονιών τους.
Το σκοτάδι τύλιξε την γη
Ο κάτω κόσμος αστράφτει δίπλα
Σε ζωντανά ηφαίστεια
τα χελιδόνια στριγγλίζουν
από πόλη σε πόλη.
Και η Κασσάνδρα με λυγμούς
κοιτάζει τις φωνές των πουλιών
«Νεκρά πλοία στριμώχτηκαν στον αφρό
Η ευτυχία υποκλίνεται στα ξεχασμένα στάχυα
Ακίνητα δάση επιβιβάζονται στα στόματα παιδιών
Μην με εγκαταλείπεται σε αυτό το κύμα που σπάει
Γυρίστε ανάμεσα στα σπίτια σας
Εκεί που σας περιμένουν οι κόρες σας
Και κρεμάστε αυτή τη μαύρη ανησυχία».

Η πομπή ξεκίνησε
Τελείωσε ο θρήνος
Και η Κασσάνδρα καταραμένη, από θεού βούληση
τις προφητείες της να μην τις εμπιστεύονται
τα γυναικόπαιδα, οι άντρες και οι γέροι
«κλείσε τα μάτια σου , κόρη μου – αναπαύσου»
Όραση
Αφή
Γεύση κατά τόπους
Η εντύπωση που δημιουργούν στην γλώσσα μας
οι προφητείες της Κασσάνδρας.











16.7.17

“Οδός Πηνελόπης του Ιωάννη- πρωτοπαλλήκαρο του Άρη” //// Σίσσυ Δουτσίου


































Τα μάτια της έχουν ζαρώσει τόσο πολύ
ζητάνε να καλυφτούν από τη ζωή.
"Τίποτα κανείς δεν ξέρει,
τώρα πέσε και σκεπάσου στο κρεβάτι"
είπαν οι Νεφέλες.

Η ζωή σκεπάζει τον θάνατο
Θα πεθάνει
Η οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών
χτυπάει τους συγγενείς,
δυστυχισμένοι θεριστές.
Δεν θα μπορέσουν να αναπνεύσουν
ή να χωνέψουν
Αιφνιδίως, Ακαριαίος
Το τέλος
Ιδού ο αφανισμός της Σταχτοπούτας
και εκείνου του σπάνιου Δράκου με τις τρεις πριγκίπισσες.

Ένα σπίτι γεμάτο καπνισμένους τοίχους
Η σόμπα υγραερίου για το χειμώνα
Το πετρογκάζ για την κουζίνα
Και το κερί δίπλα από το καντήλι
Aυτά μαύρισαν τους τοίχους
Και η σαραντάχρονη υγρασία του σπιτιού
Τα γαρύφαλλα έχουν ξεραθεί
Οι γλάστρες πλέον έχουν σπάσει
Κανείς δεν έμεινε εκεί να φροντίζει τίποτα
Οι αμυγδαλιές δεν στάζουν αμύγδαλα και
Τα φίδια έφαγαν όλα τα σύκα
Αφήνω πίσω μου χρόνια που δεν έζησα

Η αγάπη της προξενεί φλεγμονή
στα πνευμόνια μου σε μία τοπική διάλεκτο.
Διασώθηκαν οι οδύνες του τοκετού
λέγεται ειρωνικά από κάποιον. Εμένα, αυτό που με πληγώνει -
Η υπέρτατη αγάπη
Η καλοσύνη
Η αγνότητα
Η αγάπη τρέχει κυριολεκτικά
στο σώμα ενός ζώου και στο δικό μου.

Οι πράξεις δεν καθορίζονται από κίνητρα
Η γιαγιά μου ντυμένη με ένα γαλάζιο φόρεμα
κοιτάζοντας την εξώπορτα
στις τέσσερις η ώρα το ξημέρωμα
όταν εγώ ξερνάω βαλεριάνα με ουίσκι στη λεκάνη της μάνας μου.

Το σημείο πέραν του οποίου δεν συνεχίζεται το δάκρυ της
Το έσχατο σημείο
Πώς μπορεί να συνεχίσει η ζωή μου χωρίς εσένα;
Πώς μπορεί να συνεχίσει η ζωή μας
χωρίς τους αγαπημένους μας ανθρώπους;
Τι βάσανο
Τι γελοιότητα

Τα κοσμήματα φαντάζουν ασήμαντα
Όλες οι βόλτες, οι τσακωμοί
στερούνται σημασίας
όταν
τα γράμματα δεν φαίνονται καθαρά
το σπίτι φαίνεται από μακρυά.
Μεσοπαθητικό ρήμα εμφανίστηκε
ξαφνικά μπροστά μας κατά τα μεσάνυχτα
Οι πλούσιοι πυροβολούν την εργατική τάξη
Αυτή, έζησε δύο πολέμους τώρα
Δεν θέλει να είναι μάρτυρας του τρίτου παγκοσμίου πολέμου
Θα ήθελε λίγο νερό
Αρκετά είδε
Αρκετά διέρκησε η διαμονή της στη Δυτική Ελλάδα
Εξοικονόμησε τα απαραίτητα από τη ζώη
Θες από την ταλαιπωρία
Θες από την βροχή
Θες τα παπούτσια της
Δεν μπόρεσε τελικά να φτάσει έγκαιρα
Το σημείο πέραν του οποίου δεν συνεχίζεται το δάκρυ της
Το έσχατο σημείο
Το πέρας του δέρματος της
Τα τέλη του αιώνα

Το τέλος του δρόμου





9.6.17

“Ένδοξες Μέρες” - Σίσσυ Δουτσίου




Λυπάμαι για τις ένδοξες μέρες
που τα παιδιά δεν θα ζήσουν,
τις νέες κοπέλες που θα αγναντεύουν χωματερές
και τα ερείπια μιας προηγούμενης εποχής.

Τα αγόρια βουτάνε τα δάχτυλα τους
σε λασπωμένα μέταλλα της microsoft,
μελανιάζουν τα γόνατα
στις αυλές κορεάτικων κολοσσών έξυπνων τηλεφώνων.

Η ύπαιθρος ντροπαλή δείχνει τον έρωτα.
Και ευτυχώς
υπάρχει αυτό το βαθύ κόκκινο που σώζει τους λογισμούς μας.
Το σθένος απουσιάζει.

Ευρωπαϊκές γραμματοσειρές
ίδια χιλιόμετρα από πόλη σε πόλη
Αrial Narrow document από χώρα σε χώρα
ίδιες κατασκευαστικές εταιρίες, πλατείες, τράπεζες, βιτρίνες, γραφεία
παρόμοια πεζοδρόμια από πολιτεία σε πολιτεία.
Ονειρεύτηκα μια ερημιά
και εμάς να αντέχουμε στους ώμους μας το βάρος του μέλλοντος.

Το δέρμα των πουλιών ξεχύθηκε σαν μια ηχώ πάνω στις ράγες υπερσύγχρονων τρένων.

Ακατάπαυστες συναντήσεις,
το πριν και το τώρα- εντυπώσεις από παλιές χρονολογίες
και ελπίδες , σύγχρονοι τόποι, καινούργιοι φίλοι.
Πόσο κοστίζουν σήμερα τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια ;

Μυρίζουν ακόμη άμμο τα χέρια μας
Μπρούμυτα ξαπλωμένοι στο χώμα μαζί
δίπλα μας δέντρα, άνθη, αγάπη και όλοι οι φίλοι μας.

Λυπάμαι για τα ένδοξα εκείνα χρόνια
που δεν θα ξανάρθουν ποτέ.
Χρωματιστά ρούχα πιασμένα γερά
σε σκουριασμένα σύρματα.
Ένα μικρό μπαλκόνι τυλιγμένο με διοξείδιο του άνθρακα και άζωτο.
Καμιά ρυτίδα – μονάχα ποτάμια
όπως τότε που χτύπαγες δέκα φορές το χώμα για να ακούσεις τα έγκατα της γης
όπως τότε με το τρίσβαθο μπλε και την πάχνη από τα σύννεφα
όπως τότε με τις ανθισμένες αμυγδαλιές
όπως τότε
εκείνο το μεσημέρι
χάραξε στο στήθος μου
ένα πλατύ αποτύπωμα των παιδικών μας χρόνων
ούτε τύψεις – κανένας δεν κοιμόταν – ποτέ πια –
ούτε μοναξιά
ούτε αξιώσεις
ούτε πείσματα
ούτε ζήλιες
Η Μυρσίνη, η Πηνελόπη, η Λίλα
ο Μίμης, ο Αλέξανδρος, ο Ζαφείρης.
Ο ήλιος μάτωνε τις μασχάλες μας.

Μια απέραντη πόλη. Νοσταλγώ
τις περιπέτειες μας σε εγκαταλελειμμένα σπίτια
φωτογραφίες ασπρόμαυρες μια τυχαίας νεκρής οικογένειας ,
αντικείμενα στοιχειωμένα και ρούχα φαγωμένα από τη μούχλα.
Στρέφοντας το πρόσωπο μας προς το χρυσό του κάθε απογεύματος
δίχως έλεος – με μια τρυφερότητα
δίχως ντροπή – με μια φροντίδα
δίχως θεούς – με μια σκιά από εκείνα τα βράχια
από εκείνες τις πέτρες
τα μυτερά λευκά χαλίκια
την στεγνή χρωματισμένη άσφαλτο
τα στενά επικίνδυνα σοκάκια
δίχως θανάτους – με μια υπεροπτική επιθυμία
αστείρευτη θάλασσα μέσα στις γειτονίες μας
εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος μαζί μας
το δικό μας καράβι
τα δικά μας πειρατικά χωριά μέσα σε μισοφωτισμένες πολυκατοικίες
ρίχναμε το βυθό του ωκεανού μέσα στους τέσσερις τοίχους
και χρίζαμε αυτή την υπέροχη στιγμή «ένδοξα χρόνια».

Θυμάμαι τις πλατείες έτσι όπως
ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια,
αυτοσχέδια τέρματα και πιτσιρίκια να τσιρίζουν
εκστασιασμένα από το παιχνίδι.
5 χρονών 6 χρονών 7 χρονών
σε ανοχύρωτες πόλεις.
Τα ανθοπωλεία, τα ζαχαροπλαστεία,
ο άνεμος ακούμπαγε στα φύλλα του ευκαλύπτου
φοίνικες φυτεμένοι στο τσιμέντο και “το σιντριβάνι
να δροσίζει όλους αδιάκριτα τους περαστικούς”.
Που χάθηκαν άραγε οι «ένδοξες μέρες» των παιδικών μας χρόνων;

Έτη που παραδόθηκαν σε αυθεντίες.
Τα ουράνια τόξα θάφτηκαν κάτω από τον ασβέστη
τα κατοικίδια συλλαβίζουν την ορφάνια των καιρών μας.
Τα παλιά λεωφορεία της δεκαετίας του εξήντα παραιτημένα σε μάντρες
Ταξίδια με προορισμό την πρωτεύουσα
που μπορούσαμε να ανοίξουμε τα παράθυρα των τροχοφόρων
και να κρεμάσουμε το κεφάλι μας προς τα έξω.
Τώρα πια δεν υπάρχουν. Μόνο ο λευκός θόρυβος του air- condition
και οι αντανακλάσεις των κινητών τηλεφώνων
πάνω στα τζάμια ασφαλείας.

Ο ορίζοντας δικαιώνει τον παράδεισο.
Το τείχος του Βερολίνου γκρεμίστηκε και τα αβανγκάρντ τείχη
ορθώνονται μπροστά από τα παιδικά δωμάτια
των καινούργιων μας φίλων.

Περισσότερη αγάπη, περισσότερο παιχνίδι,
περισσότερες σκανταλιές.

Που χάθηκαν άραγε οι «ένδοξες μέρες» των παιδικών μας χρόνων;
Λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη
κρύβεται ακόμη η παιδική μου φίλη.
Ξέρει να παίζει όλα τα παιχνίδια με τα πόδια της.
Πονηρό βλέμμα, ιδρωμένα φλερτ –
δίχως φόβο μέσα στα καλοκαιρινά μεσημέρια.
Το φθινόπωρο τυλίγει τη λάμψη των νυχτερινών αποχαιρετισμών .
Ο χειμώνας σέβεται το κορμί της πιτσιρίκας
και δεν το συντρίβει –
ανυπομονεί για την ομορφιά της άνοιξης.
Που είναι τα χρόνια της αιώνιας άνοιξης;


Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο φάκελο POETRY στο ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ                                             http://voidnetwork.gr

22.5.17

ΘΑΥΜΑ / Σίσσυ Δουτσίου

φωτογραφία LINNN
























Μια υπερσύγχρονη μηχανή
Μια επίτευξη τεχνολογική
Ίσως και ηλεκτρονική
Η κβαντική φυσική βοήθησε τα νέα παιδιά να δούνε καινούργιους κόσμους
Να γίνουν ήρωες σε ηλεκτρονικά παιχνίδια
Να ξεχάσουν κάθε ιστορικό γεγονός
Να γίνουν και αυτοί επιστήμονες σε έναν αιώνα ξερό
Στεγνό από κάθε πνευματικότητα

Στα μάτια ενός επιστήμονα το άπειρο είναι σχεδιασμένο σε μια μικροσκοπική συσκευή
Που σου δαγκώνει τα δάχτυλα
Το πιο απλό μεταμορφώνεται σε κάτι σπουδαίο
Ένας απλός πίνακας, ένας απλός κορμός δέντρου, ένα απλό αντικείμενο
Το βλέμμα μπορεί να διεισδύσει  στη φύση των πραγμάτων
Ο νους μπορεί
Ο άνθρωπος ξεχνιέται

Πότε πεθαίνει η ποίηση για έναν ποιητή;
Πότε ένας ποιητής δεν δύναται να γράψει;
Πότε ένας ποιητής είναι περιττός;

Γυρίζω πίσω από εκεί που ξεκίνησα

Eνα διαστημόπλοιο γεμάτο σκέψεις, ελπίδες και όνειρα
Εραστές που συναντιούνται στο κέντρο του κόσμου
Ή στην άκρη του τίποτα

Κάθε λεπτομέρεια του υλικού κόσμου
Ακόμα και τα σύννεφα ή οι αποχρώσεις του ροζ
Το σώμα του συντρόφου μου
Ή το χαμόγελο ενός παιδιού
Από τα έπιπλα ενός σπιτιού
Μέχρι τις μεγάλες δεξιώσεις στο πανεπιστημιακό μέγαρο
Τα κοσμήματα ενός πλανόδιου πωλητή
Και τα δάχτυλα του καθώς τρυπάει το μέταλλο για να περάσει το σύρμα
Και ο λαιμός της νεαρής χίπισσας που το φοράει
Φαντάζουν τεράστια και άγνωστα
Δεν γνωρίζω από που είμαι
Και που βρίσκομαι
Δεν έχω καταλάβει ακόμα τη δομή του ατόμου
Και το κβαντικό άλμα
Μόνο αυτό το πιεστικό χάος
Και από που ξεκινάω δεν έχω ιδέα
Η ομορφιά και η ασυμμετρία τα ίδια τέρατα
Στο μυαλό ενός ερασιτέχνη φιλόσοφου
Όλες οι επιστήμες και οι θρησκείες
Άφωνες μπροστά στο θαυμαστό κόσμο του αέναου σύμπαντος

Κανενός είδους πληροφορίας που να επιτρέπει τη ζωή
Η εντροπία της θερμοδυναμικής
Μπουκώνει τα μάτια μου και το βέλος του χρόνου τρυπάει το νου μου
Επινοήσεις που παράγουν θερμότητα
Και η προηγούμενη κατάσταση μια εσωτερική μεταβολή μες τα πνευμόνια μου

Μια κατάσταση διαταραχής αποδεκτή
Από τους σύγχρονους φυσικούς
Η συμπεριφορά μου ευαίσθητη
Εξαρτημένη από τις αρχικές συνθήκες
Δεν γνωρίζω που βρίσκομαι και ποια είμαι
Το φαινόμενο της πεταλούδας
Αυτό το χτύπημα των φτερών και η τροχιά του χώρου που θα ήτανε διαφορετική
Μια ανάμειξη χρωμάτων, μια κοινή διαίσθηση
Διπλασιάζει επανειλημμένα αυτό το εσωτερικό σπασμό

Κάθε ζεύγος κοινών σημείων
Έχει μια εξαιρετική συμπεριφορά
Προς το θετικό ή αρνητικό άπειρο

Μια απεικόνιση που καθορίζει την γαλήνη
Μια μορφοκλασματική διάσταση που μπορεί να υπολογίσει το φράκταλ μου
Και εγώ είμαι απούσα

Το σύστημα ενός ή περισσοτέρων αστέρων
Επιδρούν βαρυτικά πρώτα από όλα σε εμένα
Οι τρεις θησαυροί της Μαχαγιάνα προβλέπουν
Tις τυχαίες κρίσεις
Το σχετικό χάος οδηγεί σε επαναλήψεις
Αν δεν έχει πραγματικές ρίζες

Σε έναν αποπνευματοποιημένο κόσμο
Το δέος του κόσμου μπορεί να σε φάει ολοζώντανο και να σε ξεράσει
Τα ξημερώματα καθώς συνέρχεσαι από ένα μεθύσι





Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο φάκελο POETRY στο KENO ΔΙΚΤΥΟ
http://voidnetwork.gr 


3.5.17

Ύβρις - Σίσσυ Δουτσίου






















Ελπίζω όταν κοπιάσω αρκετά να μην φέρω μαζί μου το άξιο σώμα μου
η ίδια στην κόλαση
προστάτιδα ενός πάνδημου έρωτα
ή στον παράδεισο
μια Αφροδίτη να πλήττει
να θωπεύει το πεταμένο καυτό σπέρμα.

Θα μπορούσα να με φανταστώ
σαν ένα κατοικίδιο
να με φροντίζουν
να με αγαπούν
να με ταΐζουν
να με χαϊδεύουν.

Να είμαι αντίθετου
φύλλου
ένα αρσενικό
με ελευθεριάζουσα ήθη
με μια αξιοθαύμαστη ευπρέπεια
ένας μελαγχολικός χαρακτήρας
με απαράμιλλη τρυφερότητα.

Να μην χρειάζεται να αγωνιστώ
για τίποτες.

Ύβρις

Το κέντρο των απολαύσεων
αφήνει την έκσταση του να χυθεί
με ζέση. Η βιαιότητα
της οδύνης ήταν η μόνη λαχτάρα.
Η μόνη ένδειξη ότι υπήρξα.

Ένα σαγηνευτικό ερμαφρόδιτο
προικισμένο από τα δώδεκα του χρόνια
με εκθαμβωτικό δέρμα λησμονεί
κάθε νόμο και αρχή.
Για πάντα ενωμένοι σε ένα πλάσμα. Κατάρα Σαλμακίς
που τον φιλούσες λαίμαργα, σφιχτά αγκαλιασμένη.
Ανάθεμα η νοτιοδυτική άκρη της Μικράς Ασίας -
Επί τη Θαλάττη Καρία.

Ένα βρωμοθήλυκο αντλεί ηδονή
από την πληγείσα περηφάνια της.
Πληθαίνει κανείς τις απολαύσεις του
όταν επιδεικνύει σεβασμό
στις διαστροφές.



Ύβρις





5.4.17

Luisa Peterson στην Πανόρμου | Σίσσυ Δουτσίου


doll art by Marina-Bychkova

Γνώρισα ένα κορίτσι εχθές, την Luisa Peterson έκλαιγε εχθές το βράδυ και μου είπε:
“Από εσένα είναι κρυμμένο κάθε βράδυ
για εσένα που είναι δικό μου και χάνεται κάθε πρωί”
Δεν καταλαβαίνω της λέω και συνεχίζει:
για εσένα – για όλες τις βόλτες που δεν πήγαμε μαζί
για όλα αυτά τα ευγενή δέντρα
τα τυρκουάζ φυλλώματα
που δεν κοιτάξαμε μαζί
όλες αυτές οι βόλτες όλα αυτά τα πρωινά που ήθελα πάντα να είμαστε μαζί
και τελικά νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
νοιώθω τόσο πολύ μόνη μου
ήθελα μαζί να κοιτάμε αυτά τα σύννεφα απόψε,
Δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα ερωτικής απογοήτευσης
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα για όλη αυτή τη
λύπη που εξαπλώνεται μέσα μου σαν καρκίνος
δεν θέλω να γράψω κανένα ποίημα με τίτλο Δράμα ή Πόνος
δεν θέλω να γράψω ένα ποίημα επειδή οι ρόγες μου άρχισαν να οικτίρουν το χάδι σου.
Ρε, υπάρχουνε πολλοί άνθρωποι που είναι μόνοι τους
υπάρχουν κάποιοι μεγάλοι εξηντάρηδες με σφιγμένες τις γροθιές τους
που περπατάνε μέσα σε πεζόδρομους στην Αθήνα
από αυτούς τους γνωστούς πεζόδρομους που είναι γκρι και πορτοκαλί
και είναι σταθμευμένα πολλά μηχανάκια δίτροχα
από αυτούς τους πεζόδρομους που κρέμονται τα air-condition
στους εξωτερικούς τοίχους των ισογείων
αυτά τα ισόγεια στην Αττική, ξέρεις
αυτά τα ισόγεια που είναι δίπλα στα μπλε προποτζίδικα
και δίπλα στα μεσιτικά γραφεία
δίπλα στις κομμώσεις – τις γνωστές κομμώσεις
Βούλα, Βάσω, Νίκος, Billy
και απέναντι είναι η εθνική τράπεζα
την έχουν σφραγίσει πλέον τόσο καλά
και έχει χρονοκαθυστέρηση το χρηματοκιβώτιο
έξω από την εθνική τράπεζα περιμένουν
Σύριοι, Έλληνες, Αφγανοί, Νιγεριανοί
δεν ξέρω τι κρατάνε στο χέρι τους
ένα ορθογώνιο με κίτρινο χρώμα
πλαστικό χρήμα – δεν θέλω τίποτα
προσπαθώ να βρω ένα καφενείο να πιω ένα ελληνικό καφέ με 30 λεπτά
ναι 30 λεπτά διαθέτω
ξέρεις από αυτά τα καφενεία που παλιά πούλαγαν καραμέλες με 2 δραχμές
και τσίχλες με 2 δραχμές
όχι δεν νοσταλγώ ηλίθιε καμία δραχμή, καμία αγγλική λίρα, καμία ουγγιά, καμία λίβρα, καμία μονάδα μέτρησης βάρους ή μάζας
αλλά θέλω αυτά τα καφενεία που ήτανε δίπλα από κάτι μικρά μπακάλικα
μπορούσαν όλοι να πιούνε ένα καφέ ή ένα γλυκό του κουταλιού, μια μαστίχα
ξέρεις από αυτά τα μουσκεμένα απογεύματα στην Αττική
από αυτά τα σταυροδρόμια που αλλάζουν χρώματα συνέχεια
πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο
αυτά τα πορτοκαλί λεωφορεία
κτελ νομός αττικής
στεναχωριέμαι όταν τα βλέπω
θυμάμαι τη Σαρωνίδα και την Ανάβυσσο και εκείνη τη μικρή παραλία
που είχαμε πάει οι δύο μας όταν σε είχα πρωτογνωρίσει
στενοχωριέμαι
ένα ξανθό κορίτσι προχωράει μπροστά μου
φοράει μικρά κόκκινα γυαλιστερά μποτάκια προχωρεί γρήγορα
βιάζεται και αυτό
προχωράει μπροστά από το σινεμά
το σινεμά στην παλιά γειτονιά μου,
τώρα έχει κλείσει
δεν παίζει ταινίες πια
θα ήθελα πολύ να καταλαμβάναμε αυτό το σινεμά και να παίζαμε ταινίες κανονικά
9 με 11, όχι δεν θέλω ξενύχτι, ούτε μεγάλες εκδηλώσεις που να κρατάνε μέχρι το ξημέρωμα
9 με 11 δεν πειράζει
ας λειτουργούσε το σινεμά όπως λειτουργούσε παλιά αλλά
να το είχαμε εμείς και να διαλέγαμε εμείς τις ταινίες.
Φτάνω στο σταθμό Λαρίσης, άλλο ένα δημόσιο κτήριο
οι ράγες λέει των ελληνικών τρένων δεν πουλήθηκαν – πουλήθηκαν μόνο τα βαγόνια
ο αέρας είναι πολύ πηχτός σήμερα
και αυτή η ηχορύπανση
επιδιορθώσεις ρούχων 6951478845
ξέρεις
τώρα μπορούμε να πηγαίνουμε πάλι να ράβουμε τα ρούχα μας όπως παλιά
δεν χρειάζεται κάποιο καινούργιο μπουφάν ή κάποιο καινούργιο παντελόνι
επιτέλους
μπορούμε να φτιάξουμε κάτι από την αρχή δεν χρειάζεται
να το πετάξουμε για πάντα ή να πάρουμε καινούργιο.
Υπάρχουν ακόμα πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι από εμάς
από τη χώρα μας και από άλλες χώρες και σε άλλες χώρες –
κάθε άνθρωπος κρύβει τη δική του δυστυχία, τη δική του χαρμολύπη
χρώματα και χρωμοσυνθέσεις
θα ήθελα να αγοράσω πολλά εργαλεία, θα ήθελα να φτιάξω την ταράτσα μου
τον κήπο, την βεράντα που δεν έχω να τη γεμίσω με γλάστρες,
να βάψω τους τοίχους του σπιτιού μου
θα ήθελα
αυτά τα πολωνέζικα μπακάλικα που είναι μονάχα ράφια και φτηνά αλλαντικά
έχει έρθει το Πάσχα και ακόμα κρέμονται τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια
στη ταμειακή μηχανή
αυτό το πολωνέζικο μπακάλικο με τα μπαγιάτικα σαλάμια και τα ξινισμένα τυριά
δεν ξέρω
αλλά δεν μου αρέσουν καθόλου τα βαλκάνια , ούτε η Ευρώπη
δεν ξέρω
μου αρέσει μόνο εκεί που έζησα όταν ήμουνα παιδί
πριν μεγαλώσω
πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα ήμασταν πιο ευτυχισμένοι αν δεν θέλαμε τίποτα,
αν δεν θέλουμε να αγοράσουμε τίποτα
να είμαστε ικανοποιημένοι με τα λίγα αυτά που φοράμε
με τα λίγα αυτά που έχουμε
τότε δεν θα ήμασταν ευτυχισμένοι;
Δεν ξέρω
πάντως όσο μεγαλώνει μια γυναίκα
καταλαβαίνει πως οι άντρες μπορεί να τη βιάσουν εύκολα
ακόμα και αν αυτή το θέλει
ξέρεις όταν αποχαιρετιζόμαστε και είναι να σε δω σε 1 – 2 ώρες
στενοχωριέμαι
και μετά κλαίω στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Δεν θέλω να μπαίνεις μέσα σε ένα λεωφορείο να μου φωνάζεις “έλα” να μην
προλαβαίνω να ανέβω και εσύ απλά να με κοιτάζεις
εκείνα τα μάτια σου , τα μικρά μάτια σου
όταν τα βλέπω για τελευταία στιγμή
πόσο με στεναχωρούν
στενοχωριέμαι όταν κοιτάζω τα μάτια σου
γιατί δεν θέλω να υπάρξει αυτή η τελευταία φορά
που να κοιτάξω τα μάτια σου
σε αγαπώ τόσο πολύ
πως είναι δυνατόν αυτή η ζωή να είναι πόνος
μα πως είναι δυνατόν ο έρωτας να είναι πόνος
μα πως είναι δυνατόν να σε αγαπώ και να πονάω
δεν ξέρω
δεν ξέρω
είναι χειμώνας και το ηλιοβασίλεμα ήρθε πιο νωρίς
θέλω να είναι γιορτές κάθε μέρα
όταν τελειώνουν οι γιορτές με πιάνει φρίκη
γιορτάσαμε τελειώσαμε
επιστροφή στη κανονικότητα
τυπολατρεία, ορθοδοξία, κομφορμισμός, ευπρέπεια
και δεν θέλω να μεθύσω – δεν με νοιάζει
θέλω να ήμαστε απλά όλοι μαζί και να παίζουμε
να μην χρειάζεται να ξυπνήσουμε νωρίς
να μην χρειάζεται να κάνουμε οτιδήποτε για να βγάλουμε χρήματα σήμερα.
Έλα όμως και εσύ μια φορά
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα και να με ακούσεις
να σε ακούσω
ίσως μιλάω πολύ για τον εαυτό μου
σου λέω πάλι τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες
όταν ήμουν μικρή που μου αρέσει να παίζω εφτάπετρο
σου λέω συνέχεια τις ιστορίες που με έκαναν και ξεχώριζα από τα άλλα παιδιά
μπορούμε όμως να μείνουμε σιωπηλοί
να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα
δεν ξέρω
εκεί κοντά στο ακρωτήρι
δεν ξέρω έτσι δεν το λένε;
Eκεί που κρύβεται ο ναός της Αφροδίτης, εσύ μου το έχει πει
εκεί θέλω να πάμε.
Έλα και εσύ να με πάρεις μια βόλτα μαζί
και να μη σκεφτόμαστε τίποτα άλλο παρά μόνο αυτή τη βόλτα.
Να ντυθώ και εσύ να με περιμένεις κάπου και να έρθω
δεν μου λείπει που δεν είμαι ερωτευμένη όπως όταν σε πρωτογνώρισα
μου λείπει περισσότερο η φιλία μεταξύ μας
γίναμε υπάλληλοι στην ερωτική μας ζωή
η φιλία μου λείπει
και δεν θέλω να είμαι φίλη σου όπως παλιά
κάτι καινούργιο κάτι νέο.
Ωχ πάλι τα αυτοκίνητα γέμισαν το δρόμο
πουλιούνται κρέατα ελληνικά χαραγμένα σε ένα φορτηγό επάνω του
δίπλα από την κεντρική δημοτική βιβλιοθήκη στοιβάζονται χαρταετοί
και κανένα παιδί δεν θέλει να τους αγοράσει
καμία μάνα δεν μαζεύει λεφτά να αγοράσει χαρταετό στην κόρη της.
Ο ουρανός γέμισε με αυτά τα τεράστια καλώδια
γραμμές τραμ, γραμμές τηλεφώνου, ηλεκτρικές κολώνες της ΔΕΗ
δεν μπορείς να δεις τον ουρανό πια καθαρά
πρέπει να φύγεις από την πρωτεύουσα πολύ μακριά.
Ζώα – ρομπότ και ζώα
με θλίβει που υπάρχουν όνειρα
σε ένα μπουρδέλο
έτοιμα για γαμήσι
……..
δεν θέλω πάλι
δεν θέλω πάλι να γράψω ένα ποίημα για ένα άντρα και μια γυναίκα
τεστοστερόνη.
Τις υπόγειες διαβάσεις τις πλένουν με ξινισμένες χλωρίνες
πεντακάθαρες αλλά βρωμάνε
αυτά τα νέον τα φώτα
αυτό είναι που λένε το ψυχρό φως της πρωτεύουσας
τελειώνει ο χρόνος
θα συναντήσω την αδερφή μου επιτέλους
θα καπνίσω ένα τσιγάρα , θα πιω λίγη κόκα κόλα
40 ολόκληρα λεπτά
Πανόρμου
ακαδημία Πλάτωνος.